Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010

Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΟΥ Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1944)

Ουαί σ’ όσους νικάνε με στρατούς
κι όπου το μόνο δίκιο τους είναι η δύναμή τους
Canto LXXVI
Για τον αναγνώστη η προσέγγιση ή ακόμη και ανακάλυψη του έργου του Ezra Pound (1885-1972) ισοδυναμεί με μία πνευματική περιπέτεια στο σώμα της νεότερης παγκόσμιας ιστορίας, μία επικίνδυνη αναψηλάφηση της αχλύος που σήκωσε ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Και αν ο λόγος είναι ενίοτε για ανακάλυψη είναι ακριβώς διότι η συνειδητή συμπαράταξη του ποιητή με τις δυνάμεις του Άξονα προκάλεσε εσκεμμένη και κατευθυνόμενη ενίοτε απαξίωση του ποιητικού του έργου, αλλά και της πνευματικής του προσωπικότητας. Στην καλύτερη περίπτωση οι υπερασπιστές του σπεύδουν να διαχωρίζουν τον ποιητή από τον ιδεολόγο φασίστα, τον καλλιτέχνη από τον προπαγανδιστή, τον αισθητή από τον οπαδό του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Όμως η καθησυχαστική αυτή διάκριση τείνει να παραβλέπει το ιστορικό δεδομένο ότι η καλλιτεχνική έμπνευση δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των δημοκρατικών καθεστώτων και ότι ο φασισμός αποτέλεσε – με έναν ιδιάζοντα πρακτικό τρόπο – εκτός από αισθητικοποίηση της πολιτικής και πολιτικοποίηση της αισθητικής.


Ο Pound γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1885 στο Haley της πολιτείας Idaho των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε νεαρή ηλικία σπούδασε ρωμανικές γλώσσες στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάννια (1901-1903), ενώ συνέχισε τις σπουδές του στο Hamilton College (1903-1906), από το οποίο απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα (M.A.). Δίδαξε για μικρό χρονικό διάστημα στο Wabash College, στο Crawfordsville της Ιντιάνα. Μελέτησε σχεδόν ολόκληρη την κλασική γραμματεία, αρχαιοελληνική και λατινική, στο πρωτότυπο, μία τριβή που θα του χάριζε ευρύτητα γνώσεων, καθώς και ένα σπουδαίο αισθητικό και ιδεολογικό υπόβαθρο, αφού για τον Pound η πρόσληψη του κλασικού κόσμου δεν ενείχε απλώς φιλολογική ή έστω αισθητική αξία, αλλά και σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις.



Το 1908 εγκατέλειψε την Αμερική για την Ευρώπη και έφθασε στην Βενετία, την πόλη που θα τον δεχόταν και στην τελευταία του ώρα. Στη Βενετία εξέδωσε την πρώτη του ποιητική του συλλογή, με τίτλο A lume spento (= Με σβησμένο φως). Το ίδιο έτος εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου άρχισε να συναναστρέφεται με επιφανείς ποιητικές μορφές της εποχής, όπως ο William Butler Yeats (1865-1939), Ford Maddox Ford (1873-1939), T.E. Hulme (1883-1917).
 
 
Ο Pound έδειξε από νωρίς τις ικανότητές του και την ηγετική του δυναμική στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Ίδρυσε το κίνημα του Εικονισμού (Imagism), το οποίο έδινε έμφαση στην ακρίβεια των εικόνων και πρόκρινε την χρήση λιτής, αυστηρής γλώσσας, προοικονομώντας το κίνημα του μοντερνισμού, ενώ ενεπλάκη επίσης ενεργά στο κίνημα του βορτικισμού (Vorticism), μία ποιητική προσπάθεια φουτουριστικής υφής. Το 1917 ο Pound εξέφραζε την πίστη του σε ένα νέο είδος ποίησης, η οποία «θα είναι σκληρότερη και πιο λογική, θα είναι χαρακτηριστικά πιο άμεση. Θα θυμίζει γρανίτη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, η ισχύς της θα έγκειται στην αλήθεια της, στην ερμηνευτική της δύναμη (εκεί, φυσικά, απαντά πάντοτε η ποιητική δύναμη) […] Θα διαθέτει λιγότερα διακοσμητικά επίθετα για να αποδώσει τις προθέσεις της. Τουλάχιστον όσον με αφορά, έτσι την θέλω, αυστηρή, άμεση, ελεύθερη από ψεύτικους συναισθηματισμούς». (Pound, Ezra, Literary Essays, ed. T.S. Eliot, Norfolk, Connecticut: New Directions, 1954, 12).



Η ενασχόληση του Pound με το ιστορικό παρελθόν, είτε της αρχαίας Ελλάδος, είτε της αρχαίας Κίνας και Ιαπωνίας, είτε της μεσαιωνικής Ευρώπης είναι έκδηλη σε μία σειρά έργων του, δοκιμιακών και ποιητικών δημιουργιών, δικών του ή μεταφράσεων: Το πνεύμα του μεσαιωνικού ρομάντσου (The Spirit of Romance,1910), Σονέτα και μπαλάντες του Γκίντο Καβαλκάντι (Sonnets and Ballads of Guido Cavalcanti, 1912), Κατάη (Cathay, 1915), Άλλα σημαντικά του έργα, ποιήματα και δοκίμια: Lustra (1916), Χιού Σέλγουιν Μώμπερλυ (Hugh Selwyn Mauberley, 1920), Τζέφερσον και/ή Μουσολίνι (Jefferson and/or Mussolini, 1935), Οδηγός πολιτισμού (Guide to Kulchur, 1938). Η δημιουργία των Cantos, του magnum opus του, η οποία αρχίζει ως πνευματικό εγχείρημα ήδη από το 1915, αποτέλεσε για τον Pound την ευκαιρία να παραθέσει τις ιδεολογικές, αισθητικές και πολιτικές του απόψεις σε ένα εκτεταμένο έργο, μία επισκόπηση της ευρωπαϊκής ιστορίας και κουλτούρας.

 
Το 1920 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τα κινήματα του σουρεαλισμού και του ντανταϊσμού, ενώ συναναστράφηκε επιφανείς μορφές του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Το 1924 εγκαταστάθηκε στο Ραπάλλο της βόρειας Ιταλίας. Η σύνδεση του Pound με τον φασισμό που είχε επικρατήσει στην Ιταλία από το 1922, ήταν για τον ίδιο μία πρακτική επικύρωση των ιδεών του, μία επίγεια πραγμάτωση των αρχών του, με βάση τις αρχές της δράσης. Παρέμεινε ένθερμος οπαδός του φασισμού καθ’ όλη την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μετά από αυτόν.



Στη μελέτη του Oro e lavoro (1944) συσχετίζει την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου με την διαδικασία ελέγχου του χρήματος και αποδίδει στους Συμμάχους μία απόπειρα επανάκτησης του ελέγχου αυτού, που είχε διαταραχθεί από την άνοδο των οικονομικών συστημάτων των κρατών του Άξονα: «Το χαρτονόμισμα μετράει την τιμή, όχι την αξία: Με άλλα λόγια, οι τιμές υπολογίζονται σε νομισματικές μονάδες. Ποιος όμως προμηθεύει τα χαρτονομίσματα; Και πριν από τον σημερινό πόλεμο ποιος είχε τον έλεγχο της έκδοσης του χρήματος; Αν θέλετε να ανακαλύψετε τα αίτια του σημερινού πολέμου, ψάξετε να βρείτε ποιος απέκτησε τον έλεγχο του διεθνούς χρήματος και πώς έγινε αυτό» (Pound, Ezra, Selected Prose, 1909-1965, New York: New Directions, 1973, 315.).

 
Ο Pound θεωρούσε ότι με την προπαγανδιστική του δράση προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα του. Άλλωστε, οι ραδιοφωνικές εκπομπές του Pound ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 1940, πολύ πριν από την επίσημη εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στην πολεμική αναμέτρηση, τον Δεκέμβριο του 1941. Επεχείρησε, μάλιστα, δύο φορές – η πρώτη αμέσως μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, η δεύτερη στις αρχές του 1942 – να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως συνάντησε τη σταθερή άρνηση των αμερικανικών προξενικών αρχών λόγω της φιλοφασιστικής του δράσης. Persona non grata στην ίδια την πατρίδα του, για την οποία θεωρούσε ότι είχε περιέλθει σε ένα είδος κατοχής από εθνικούς οικονομικούς κύκλους και πολιτικά συμφέροντα, ο Pound συνέχισε την μοναχική και επικίνδυνη πορεία του, πιστός στις προσωπικές του αξίες και τον κώδικα τιμής του. Αν όμως δεχτούμε – ακολουθώντας τη συλλογιστική του Pound – ότι οι ραδιοφωνικές εκπομπές του ήταν απλώς μία προσπάθεια συνδρομής προς τον αμερικανικό λαό, το παρόν κείμενο ήταν μία συνειδητή προπαγανδιστική προσπάθεια, αφού εκδόθηκε στην ιταλική γλώσσα, από εκδοτικό οίκο σε διατεταγμένη υπηρεσία του φασιστικού καθεστώτος του Salo, ενώ ο πόλεμος μαινόταν και ο Άξονας κατέρρεε υπό το βάρος των πολεμικών συγκρούσεων. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει γεγονός ότι ο Pound ουδέποτε απεκήρυξε τις φασιστικές του πεποιθήσεις, ενώ επίσης δεν καταδίκασε με σαφήνεια τις διώξεις του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους κατά των Εβραίων της Ευρώπης.


 
Συνελήφθη στις 2 Μαΐου 1945 από Ιταλούς αντάρτες και εγκλείστηκε σε ένα αμερικανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων, κοντά στην Πίζα, όπου συνέγραψε τα καλύτερα Cantos του. Μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, όπου του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για προδοσία. Εγκλείστηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο St. Elizabeths επί δώδεκα ολόκληρα έτη, έως το 1958. Στις 15 Απριλίου 1958 η επίσημη κατηγορία περί προδοσίας ανακλήθηκε. Όμως ο Pound, ο Αμερικανός που αποθέωσε στο έργο του τον φασισμό, τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ, φθάνοντας για πρώτη φορά στην Ιταλία μετά τον πόλεμο, σε ένα είδος απότισης τιμής (στις ιδέες του; στον κατατρεγμένο εαυτό του;) χαιρέτισε με τον φασιστικό τρόπο την χώρα που τον φιλοξένησε και που θα αποτελούσε τελικά την τελευταία του πατρίδα.



Κατά την προετοιμασία αυτού του τόμου πολύτιμη και καθοριστική ήταν η βοήθεια και οι διαφωτιστικές διευκρινίσεις που παρείχε ο Δημήτρης Τρυφωνόπουλος, Καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του New Brunswick, ο σημαντικότερος μελετητής του έργου του Pound αυτή τη στιγμή. Ο κ. Τρυφωνόπουλος περιέβαλε εξ αρχής το εγχείρημά μου με αμέριστη εμπιστοσύνη, μου προσέφερε την πολύτιμη καθοδήγησή του σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας του τόμου και δέχθηκε να γράψει έναν άκρως κατατοπιστικό Πρόλογο, ο οποίος είναι πολύ πιο διεξοδικός και ενημερωτικός από την δική μου Εισαγωγή. Προτίμησα να ενσωματώσω σε ένα ενιαίο σύνολο μερικές παραπομπές και βιβλιογραφικές αναφορές του ιδίου του Pound, οι οποίες υπήρχαν εντός του κειμένου, ώστε να υπάρχει μία ενιαία μορφή στις υποσημειώσεις. Η Εργογραφία και η Βιβλιογραφία στο τέλος του τόμου είναι κατ’ ανάγκην επιλεκτικές.

 
Η μετάφραση του παρόντος έργου αποσκοπεί αφενός να προσφέρει στο ελληνικό κοινό ένα σπάνιο κείμενο του Ezra Pound, αφετέρου να καταδείξει την ιδιόμορφη στράτευση ενός σημαντικού τμήματος του κόσμου των διανοουμένων (πρόχειρα αναφέρω τους Martin Heidegger, Gottfried Benn, Knut Hamsun, Lοuis-Ferdinand Celin, Robert Brasillach, Gabriele d’ Annunzio, Luigi Pirandello και στα δικά μας τους Άριστο Καμπάνη, Σπύρο Μελά, Σίτσα Καραϊσκάκη) στην υπηρεσία των φασιστικών καθεστώτων, αφετέρου να επισημάνει την πολυπλοκότητα μίας πολεμικής αναμέτρησης, όπως ήταν ο Β΄ Παγκόσμιος, την οποία οι τυπικές εξιστορήσεις συχνά παραλείπουν να λάβουν υπ’ όψιν τους, αναπαράγοντας μάλιστα ένα άκριτα μανιχαϊστικό πρότυπο. Σκοπός, άλλωστε, της σειράς Ιστορικό Αρχείο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την οποία φιλοξενούν οι Εκδόσεις Περίπλους-Διονύσης Βίτσος χάρη στο ευγενές ενδιαφέρον του πολυμαθούς Διονύση Βίτσου, είναι να παρουσιάσουν, μέσα από σπάνια κείμενα και των δύο πλευρών, των νικητών Συμμάχων και των ηττημένων δυνάμεων του Άξονα, άγνωστές πτυχές και την ιδεολογική κοσμοθεωρία των αντιπάλων συστημάτων.



Για τον Ezra Pound ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν, πράγματι, μία σύγκρουση δύο ολόκληρων κόσμων• και αν τελικά ο κόσμος που εκπροσωπούσε ιδεολογικά και αισθητικά ο Pound, ηττήθηκε στα πεδία των μαχών, το έργο του ιδίου παραμένει ως μία αυθεντική και επικίνδυνα γοητευτική μαρτυρία για τις ιδιόμορφες ιδεολογικές ζυμώσεις της περιόδου του Μεσοπολέμου και για την αντανάκλασή τους στην υψηλή καλλιτεχνική δημιουργία.

 
Ιδιώτες, χωρίς οποιαδήποτε υπευθυνότητα ενώπιον του αμερικανικού έθνους κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο των χρηματικών αποθεμάτων του έθνους, αναγκάζοντας τον λαό να καταβάλλει ανεπίσημα πρόστιμα και φόρους με μοναδικό σκοπό το όφελος της κρυμμένης δύναμης, του συστήματος των τοκογλύφων.



Μετά τον θάνατο του Lincoln η πραγματική ισχύς στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταβιβάστηκε από την επίσημη κυβέρνηση στους Rotschild και στον δαιμονικό τους συρφετό. Το σύστημα της δημοκρατίας εξαφανίστηκε. Έκτοτε δεν έχει πλέον νόημα να αναφέρεται κανείς στις Ηνωμένες Πολιτείες ως αυτόνομη οντότητα. Αυτό που μένει να καθοριστεί είναι από ποια ακριβώς ιστορική στιγμή δεν είχε πλέον νόημα και λογική να αναφέρεται κανείς στη Βρετανική Αυτοκρατορία ως αυτόνομη οντότητα.


Είναι πραγματικά χάσιμο χρόνου να κάνει κανείς λόγο για «δημοκρατία» στη μία ή την άλλη χώρα. Η πραγματική κυβέρνηση βρισκόταν, βρίσκεται και πάντοτε θα βρίσκεται στο παρασκήνιο. Το «δημοκρατικό» σύστημα λειτουργεί ως εξής. Δύο ή περισσότερα κόμματα, όλα τους ακολουθώντας εντολές του συστήματος των τοκογλύφων, εμφανίζονται στη δημόσια σκηνή. Για λόγους τυπικότητας, αλλά και για να καθησυχαστούν οι αφελείς, επιτρέπεται σε μερικούς τίμιους άνδρες και σε έναν-δυο ανεξάρτητους ιδεαλιστές να κάνουν ορισμένες τίμιες ενέργειες, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν αγγίζουν τις διάφορες συμμορίες. Οι μεγαλύτερες συμμορίες είναι αυτές της οικονομίας και της δημιουργίας μονοπωλίων, συμπεριλαμβανομένης και της δημιουργίας μονοπωλίου για το ίδιο το χρήμα, τόσο στο εσωτερικό ενός κράτους όσο και σε συνδυασμό με τα διάφορα ξένα νομίσματα. Όταν προκύπτει το επικίνδυνο ενδεχόμενο ύπαρξης πληθώρας οποιουδήποτε ή σχεδόν όλων των προϊόντων, τότε το σύστημα των τοκογλύφων εξαπολύει πόλεμο, ώστε να υποβαθμίσει την αγοραστική δύναμη.

 Ο ταγματάρχης Douglas είχε καταδείξει ήδη από το 1920 αυτό ακριβώς το δεδομένο της δυνητικής ύπαρξης αφθονίας προϊόντων. Η ακρίβεια των ισχυρισμών του Douglas επιβεβαιώθηκε από την Αναφορά της Έρευνας Loeb.


Ο κίνδυνος της αφθονίας προκαλεί την έναρξη των πολέμων. Ήδη πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο ο Anatole France ενημέρωνε με ειρωνικό τρόπο τους αναγνώστες του για τις διεργασίες των «εμπορικών» πολέμων στο έργο του Το νησί των πιγκουΐνων:


«Φυσικά», απάντησε ο διερμηνέας, «υπάρχουν πόλεμοι της βιομηχανίας. Τα έθνη που δεν έχουν αναπτύξει εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες δεν έχουν κανένα λόγο να διεξάγουν πόλεμο, όμως τα εμπορικά έθνη αναγκάζονται να υιοθετήσουν πολιτική εδαφικής επέκτασης. Καθώς η βιομηχανική μας δραστηριότητα αυξάνεται, έπεται κατ’ ανάγκη ότι θα αυξηθούν και οι πόλεμοι που θα διεξάγουμε. Όταν μία από τις βιομηχανίες μας δεν καταφέρνει να βρει αγορά, στην οποία να διοχετεύει τα προϊόντα της, πρέπει να οργανώνουμε έναν πόλεμο, ώστε να ανοίγουμε νέες αγορές. Φέτος, συγκεκριμένα, οργανώσαμε έναν πόλεμο για άνθρακα, έναν πόλεμο για ορείχαλκο και έναν πόλεμο για βαμβάκι. Στην Τρίτη Ζηλανδία σφαγιάσαμε τα δύο τρίτα των ιθαγενών, ώστε να αναγκάσουμε τους υπόλοιπους να αγοράσουν ομπρέλες και βραχιόλια».

 
 
Το βιβλίο αυτό του France γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση περί το 1908, όμως ο κόσμος δεν αντιλήφθηκε τα διδάγματα που προέκυπταν από αυτό.



Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί ολόκληρη σε μερικές σελίδες. Συγκέντρωσα απλώς ορισμένα δεδομένα που δεν έχουν τύχει προσοχής σε άλλες, εκτενέστερες μελέτες, και τα οποία πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ο αναγνώστης, για να μη παραμένει σε κατάσταση άγνοιας όσον αφορά την κερδοφόρο διαδικασία. Ωστόσο, θα μπορούσε να συντεθεί μία ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, συνοπτική οπωσδήποτε, αλλά επαρκής για τις ανάγκες όλων, εκτός βέβαια από τους ειδικούς, εάν ενώναμε το παρόν φυλλάδιο, τη Νέα Αμερικανική Ιστορία του W.E. Woodward, τη Σύντομη Ιστορία του Χρήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες του Willis A. Overholser, καθώς και ένα απόσπασμα από το βιβλίο Τζέφερσον και Χάμιλτον του Claude G. Bowers.


Ο λόγος για την έκδοση του παρόντος κειμένου, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, είναι να καταδειχθεί η σχέση του παρόντος πολέμου με μία σειρά πολέμων που προκάλεσε ο ίδιος πάντοτε διαχρονικός παράγοντας, δηλαδή το διεθνές σύστημα των τοκογλύφων, η σπείρα του Υψηλού Κεφαλαίου. Σε αυτό το σύστημα των τοκογλύφων ο Roosevelt λειτουργεί ως ένα είδος κακοήθους όγκου, όχι αυτόνομος, όχι αυτοδημιούργητος, αλλά ως υπέρμαχος ακαθόριστων δυνάμεων που υπερβαίνουν την δική του αρνητική προσωπική ύπαρξη. Ο Roosevelt είναι απλώς ένας κατώτερος δικαστής, η δικαιοδοσία του οποίου είναι περιορισμένη νομικά, ένας επίορκος που δεν συνειδητοποιεί στην πληρότητά τους τις πράξεις του, τις αιτίες των πράξεών του ή τις συνέπειές τους. Ο πολιτικός του βίος πρέπει να προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης.

 
Το βιβλίο ''Η ΑΜΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΟΥ Β ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1944)'' μπορείτε να το βρείτε εδώ